Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Η ΜΑΧΗ 2

από το BLOG κόκκινος ουρανός.



....Περνούν οι μέρες και ο Κολοκοτρώνης τρίβει τα χέρια του από χαρά. Καταλαβαίνει πως η στρατιά του Δράμαλη κλεισμένη στον Αργολικό κάμπο φθείρεται, δεινοπαθεί και χάνει το ηθικό της.


Αποφασίζει ν’ αδειάσει το φρούριο από τους υπερασπιστές του, γιατί έχουν μείνει χωρίς νερό και το κατορθώνει εύκολα. Ο Δράμαλης κυριεύει ένα άδειο φρούριο χωρίς ίχνος νερού και τροφίμων.






Ο Τούρκος πασάς διαπιστώνει αργά το τρομερό του λάθος, να καθυστερήσει τη διαμονή του στο Άργος. Τώρα πια, έτσι όπως έχει ταλαιπωρηθεί ο στρατός του, δεν μπορεί να συνεχίσει την πορεία του προς την Τρίπολη. Άλλωστε τα βουνά είναι γεμάτα από Έλληνες.


Ο πονηρός Κολοκοτρώνης είχε δώσει διαταγή στους πολεμιστές του που βρίσκονταν στις πλαγιές των κοντινών βουνών, ν’ ανάβει ο καθένας τους τις νύχτες πολλές φωτιές ώστε να πιστέψουν οι Τούρκοι ότι εκεί πάνω βρίσκονται χιλιάδες Έλληνες.

Το μόνο που μένει στο Δράμαλη τώρα, είναι να γυρίσει πίσω στην Κόρινθο. Επειδή όμως φοβάται μήπως τον χτυπήσουν οι Έλληνες στη διαδρομή της επιστροφής του, αποφασίζει να τους παραπλανήσει. Στέλνει έναν Έλληνα γραμματέα του, το Μανούσο, στους Μύλους, να ζητήσει τάχα από τους Έλληνες να παραδοθούν. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης σκίζει με περιφρόνηση το χαρτί του Δράμαλη. Τότε ο Μανούσος τους λέει τάχα εμπιστευτικά πως ο Δράμαλης θα ξεκινήσει πολύ σύντομα για την Τρίπολη. Ο Πετρόμπεης και οι αντιπρόσωποι της κυβέρνησης τον πιστεύουν.


— Όχι! βροντοφωνάζει ο Κολοκοτρώνης. Είναι παγίδα! Δεν μπορεί να προχωρήσει προς την Τρίπολη ο Δράμαλης. Το μόνο που του μένει να κάνει είναι να γυρίσει πίσω. Πρέπει να τον περιμένουμε στα στενά των Δερβενακίων για να τον διαλύσουμε. Κρατήστε αυτόν τον Μανούσο και μη τον αφήνετε να γυρίσει πίσω. Εγώ πηγαίνω να οργανώσω τις θέσεις μας γύρω από τα Δερβενάκια.



Επιμένει με πείσμα στην άποψή του ο Πετρόμπεης, πως ο Δράμαλης θα προχωρήσει προς την Τρίπολη. Μερικοί κατηγορούν τον Κολοκοτρώνη πως θέλει να πάει στα Δερβενάκια για να μην πολεμήσει!

— Έ, λοιπόν, πηγαίνετε εσείς στα Δερβενάκια και μένω εγώ εδώ! τους λέει οργισμένος ο γέρος.

Ούτε κι’ αυτό το δέχονται. Αποφασίζει τότε να φύγει μόνος του.

— Αφήστε τον, λέει ο Πετρόμπεης ειρωνικά στους άλλους. Ο Θοδωράκης θυμήθηκε τα παλιά του και θέλει να γίνει κλέφτης για να γυρίζει από βουνοκορφή σε βουνοκορφή.

Δεν απαντάει στην ειρωνεία του ο Κολοκοτρώνης. Σέβεται τον Πετρόμπεη γιατί είναι μεγαλύτερός του. Τους αφήνει πίσω του και φεύγει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό για τα Δερβενάκια. Μα δεν είναι μόνος του αυτή τη φορά. Έχει τους δικούς του αφοσιωμένους οπλαρχηγούς και τα παλικάρια τους.


Ο Κολοκοτρώνης ήταν τόσο βέβαιος για την πορεία του Δράμαλη, ώστε δήλωσε ότι δεν θα έχανε άλλο καιρό σε συζητήσεις. Ανέλαβε την ευθύνη της προσωπικής του γνώμης και δήλωσε ότι θα έσπευδε στα Δερβενάκια για να μην μείνουν οι Τούρκοι «ατουφέκιστοι». Πίστευε ακράδαντα ότι ο Δράμαλης θα περνούσε από εκεί και ότι σε αυτά τα δύσβατα στενά, όπου η συνοχή του εχθρικού στρατεύματος θα χαλάρωνε σημαντικά, θα μπορούσε να τον κτυπήσει.



Κατευθύνεται προς τον Αη Γιώργη της Νεμέας που βρισκόταν βορειοδυτικά του στενού του Δερβενακίου τη νύκτα της 24ης Ιουλίου.

Εκεί βρίσκει όλα σχεδόν τα παλικάρια να τόχουν ρίξει στο φαγοπότι. Ανεβαίνει στη σκεπή ενός σπιτιού και με τη βροντερή φωνή του τους καλεί κοντά του. Τους μαλώνει για την απερισκεψία τους. Εδώ ήρθαν να πολεμήσουν Κι’ όχι να γλεντοκοπάνε. Ποιος θα υπερασπίσει τις γυναίκες και τα παιδιά τους που βρίσκονται πίσω στα χωριά τους;

Αμέσως διατάζει να τοποθετηθούν σκοπιές και να καταμετρηθούν οι διαθέσιμοι άνδρες. Με το πρώτο φως της ημέρας έγινε γνωστό ότι η ελληνική δύναμη, μόλις που έφθανε τους 2.350 άνδρες. Απ’ αυτούς 1.500 βρίσκονταν στον Άγιο Γεώργιο, 700 ήταν στο Δερβενάκι, και 150, υπό τον ιερέα Δημήτριο Χρυσοβιτσιώτη βρίκονταν στο χωριό Ζαχαριά.

Ο Γέρος μίλησε στους συγκεντρωμένους πολεμιστές, όπως συνήθιζε, πριν από κάθε μάχη.

«Έλληνες», είπε, «σήμερα γεννηθήκαμε και σήμερα θα πεθάνουμε για τη σωτηρία της πατρίδος μας και τη δική μας. Να τι πρέπει να κάμετε. Να πάτε αμέσως στα κονάκια σας να πάρετε το ταΐνι σας.….Αλλά σας λέγω και τούτο. Ότι απόψε ήλθε η Τύχη της πατρίδος μας (σ.σ. η Θεοτόκος) και μου είπε ότι θα είμεθα αύριον νικηταί…Θα πάρετε λάφυρα πολλά…τα φλωριά τα οποία έχουν οι Τούρκοι είναι χρήματα χριστιανικά. Τα είχαν ο τύραννος της Ηπείρου παρμένα από τους αδελφούς μας…Ο Θεός είναι με ημάς. Να μη σας μέλη τίποτα…»

Ο Κολοκοτρώνης έφθασε στο Δερβενάκι στις 10.00. Επέλεξε τους 800 καλύτερα οπλισμένους άνδρες και τους έστειλε να καταλάβουν τις θέσεις Παληόχανο και Χρυσοκουμαριές. Στην Παναγόρραχη τοποθετήθηκαν ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο Ζάκας και ο Ζέρβας με 700 άνδρες. Στον λόφο του Αγριλόβουνου, όπου είχε ανεγερθεί ισχυρό οχύρωμα κατά διαταγή του Έλληνα στρατηγού, έλαβε θέση ο Γ. Δημητρακόπουλος με 700 άνδρες. Ο τελευταίος έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του Θ. Κολοκοτρώνη. Δυτικότερα στο χωριό Ζαχαριά, οχυρώθηκαν 150 άνδρες υπό τον ιερέα Δημήτριο Χρυσοβιτσιώτη για να ελέγχουν τον δρόμο προς τον Άγιο Γεώργιο.


Ο Γέρος γιο να μειώσει τις πιθανότητες αλλαγής πορείας των Τούρκων και σύγκρουσης με την ολιγάριθμη αυτή δύναμη, τοποθέτησε σε ένα ύψωμα μεταξύ των στενών του Αγίου Γεωργίου και του Δερβενακίου, ένα ψευδοστράτευμα με ζώα και με τις κάπες και τα φέσια των αγωνιστών, τα οποία από μεγάλη απόσταση έδιναν την εντύπωση συγκεντρωμένου στρατεύματος.

Ακολούθησε δέηση στη Θεοτόκο υπέρ της νίκης από τον ιερέα Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο και έπειτα ο Έλληνας στρατηγός έδωσε αυστηρή διαταγή προς όλα τα τμήματα να μην πυροβολήσουν αν δεν έδινε εκείνος πρώτος το σύνθημα.





Ξημερώνει η 26 Ιουλίου, η γιορτή της Αγίας Παρασκευής…

Ο Φωτάκος φέρνει το μήνυμα. Οι Τούρκοι μία πελώρια γκρίζα φάλαγγα έρχονται προς τα Δερβενάκια!

Τα λεπτά αρχίζουν να κυλούν με αγωνία… Ο πυρακτωμένος ήλιος τσουρουφλίζει τους ακίνητους και πίσω από τις πέτρες Έλληνες, μα δεν το κουνούν από την θέση τους. Ο ήλιος κάνει όμως, την πορεία των Τούρκων δύσκολη και αργή.

Στις 14.30 η εμπροσθοφυλακή της τουρκικής στρατιάς, αποτελούμενη από Αλβανούς ιππείς, έφθασε μπροστά στο Παληόχανο. Στην θέση αυτή ο Κολοκοτρώνης είχε τοποθετήσει μόνο οπλαρχηγούς, οι οποίοι ήταν βέβαιο ότι κατά την κρίσιμη πρώτη επαφή δεν θα λιποψυχούσαν μπροστά στον όγκο του εχθρού.

Και τότε ακούγεται η βροντερή φωνή του Κολοκοτρώνη: «Απάνω τους Έλληνες! Μην τους φοβάστε!».

Οι Αλβανοί αιφνιδιάστηκαν. Οι καπνοί από τους απανωτούς πυροβολισμούς, οι πολεμικές κραυγές και το θέαμα των Ελλήνων πολεμιστών που εμφανίζονταν από τους θάμνους και τα βράχια τους έκαναν να νομίζουν ότι όλα εκείνα τα στενά προς το Δερβενάκι κατέχονταν από πολλές χιλιάδες επαναστατών.


Η αλλαγή πορείας τους τότε προς τον Άγιο Σώστη μετατράπηκε σε άτακτη φυγή. Άλλοι προσπαθούσαν να διαφύγουν εκμεταλλευόμενοι την ταχύτητα των αλόγων τους και άλλοι εγκαταλείποντας τα υποζύγια και τις αποσκευές τους, σε μια προσπάθεια να αποσπάσουν την προσοχή των διωκτών τους. Τα τουρκικά τμήματα που ακολουθούσαν την εμπροσθοφυλακή αναγκάστηκαν να σπεύσουν και αυτά με τη σειρά τους προς τον Άγιο Σώστη.

Ο Κολοκοτρώνης διέταξε τότε τον ξάδελφό του Αντώνη να σπεύσει προς την Παναγόρραχη ώστε να αποτρέψει τη φυγή εχθρών προς την Κουρτέσα. Στο μεταξύ οι οπλαρχηγοί από το Παληάχανο και οι άνδρες του Θ. Κολοκοτρώνη από τις Χρυσοκουμαριές επέπεσαν εναντίον των Τούρκων που ακολουθούσαν την αλβανική εμπροσθοφυλακή. Πολλοί πρόφθασαν τους Τούρκους και άρχισε η σφαγή. Οι άνδρες του Δράμαλη ήταν τόσο πολλοί, ώστε αν συνέρχονταν από τον αιφνιδιασμό και αντεπιτίθετο θα εξόντωναν τους ολιγάριθμους διώκτες τους. Ο πανικός ο οποίος επικράτησε όμως ανέβασε στη φαντασία των Τούρκων τον αριθμό των επαναστατών σε δυσθεώρητα ύψη.

Φοβούνται ότι χιλιάδες Έλληνες τους έχουν στήσει το φοβερό δόκανο του θανάτου μέσα στο λιοπύρι και τα στενά και το μόνο που σκέφτονται είναι η φυγή. Ελάχιστοι από αυτούς βρίσκουν την ψυχραιμία και πυροβολούν. Οι υπόλοιποι αρχίζουν να τρέχουν αλλόφρονες δεξιά κι’ αριστερά, να ξεφωνίζουν πανικόβλητοι, να παρασύρουν κι’ άλλους στη φυγή τους. Τ’ άλογα ποδοπατούν τους πεζούς, προσπαθούν να σκαρφαλώσουν σαν κατσίκια στις πλαγιές, γκρεμίζονται... Τέτοιες σκηνές πανικού και θανάτου δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς. Τα βόλια των Ελλήνων βρίσκουν εύκολο στόχο... Και στο μακάβριο χορό του πολέμου μπαίνουν γρήγορα τα γιαταγάνια.





Ο Κολοκοτρώνης, με τα κυάλια καρφωμένα στα μάτια, βλέπει την απέραντη σκηνή του μακελειού των Τούρκων και αγαλλιάζει η καρδιά του.

Το πυκνό και πανικόβλητο τουρκικό σώμα κατευθύνεται προς τον Άγιο Σώστη για να γλυτώσει. Μα εκεί τους περιμένει η μεγάλη σφαγή. Ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και τα παλικάρια του, τείχος ατσάλινο, τους σταματούν. Και ένας ημίθεος της επανάστασης, ο Νικηταράς, φθάνει με τους λεβέντες του στην κρίσιμη αυτή στιγμή και μπαίνει στη μάχη...

Για να πάρουμε μια σωστή ιδέα της πανωλεθρίας των Τούρκων, ας αφήσουμε τη γλαφυρή πένα του Σπύρου Μελά να μιλήσει, αντιγράφοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «Ο Γέρος του Μωριά».

«Τώρα δεν είναι μάχη ετούτο• είναι σφαγή. Μέσα στο ρέμα η τούρκικη κολόνα, χτυπημένη, ανα γκασμένη, δεν πολεμάει• γίνεται πηγμένη μάζα, σιδερένιος, πελώριος λοστός• που σπρώχνει με τη φυσική δύναμη του κορμιού μονάχα, ν’ ανοίξει δρόμο κατά την Κουρτέσα και την Κόρινθο. Το καταφέρνει κάποτε• μα ανάμεσα του Άη-Σώστη Και της ρεματιάς γίνεται άγριος χαλασμός. Από μπροστά χτυπάει ο Νικήτας• από πίσω τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη. Ο Αντώνης, ο γερο- Μάρκος, που θυμήθηκε τα καλύτερα χρόνια της κλέφτικης ζωής• κι’ οι Φλεσσαίοι από τα πλάγια. Οι Τούρκοι σαστίζουν, τα χάνουν, τσακίζουν• όλα τα κοτρώνια, τα βράχια, τα σκίνα, τα θυμάρια τους φαίνονται σαν Έλληνες με γιαταγάνια. Οι καπνοί τους τυφλώνουν• ο βρόντος των αρμάτων κι’ ο φοβερός αντίλαλος στα φαράγγια τους ζαλίζει• βόλια, λιθάρια, σπαθιά κοφτερά, όλα καταπάνω τους. Άλλος γλυτωμός δεν είναι απ’ τη φυγή• αφήνοντας τα πάντα ρίχνονται σαν ποτάμι μπροστά. Μα σα φτάνουν στον Άη-Σώστη αντικρίζουν πυκνή τη φωτιά• βάζουν το χέρι στα μάτια, να μη βλέπουν και πέφτουν στο ρέμα.


Και καθώς είναι απ’ τη μιά μεριά τ’ αναμμένο μολύβι των Ελλήνων κι’ απ’ την άλλη κατηφοριά και γκρεμός, κυλούν μοιραία οι περισσότεροι εκεί μέσα, με γδούπους, κρότους ξεφωνητά τρομάρας, θρήνους, άλογα σκοτωμένα μ’ ανθρώπους γερούς, νεκροί με ζωντανούς, λαβωμένοι με μουλάρια, μ’ όλα τα σαμάρια και τα φορτώματα. Κεφάλια κυλούν από τα κορμιά χωρισμένα• και παντού τρέχει το αίμα. Κι’ αυτός ο ήλιος που βυθά, σ’ ολοπόρφυρο σύγνεφο, σαν κεφάλι φαίνεται, κομμένο, μέσα στα αίματα. Είναι τέτοιο φριχτό ανακάτωμα, που οι Έλληνες την άλλη μέρα, τραβούν με σκοινιά τους ζωντανούς από τη ρεματιά. Ο σκοτωμός δεν έπαυε ούτε τη νύχτα. Κι’ όταν δεν βλέπουν πια, ρίχνουν στα στραβά, στο σωρό, στη βουή του εχθρού που ακόμα περνάει τρέχοντας να γλιτώσει κατά την Κουρτέσα. Όλη νύχτα στο μέρος τούτο ακούγονται καλπασμοί αλόγων, αφηνιασμένων, πούχαν χάσει τον καβαλάρη τους Κι’ έτρεχαν εδώ κι εκεί και χλιμιντρούσαν, βογκητά λαβωμένων και φωνές από τους χαμένους, σκόρπιους ανθρώπους».

Δεν άργησε να βασιλέψει ο ήλιος αλλά η σφαγή των Τούρκων συνεχίστηκε σχεδόν όλη τη νύχτα. Την άλλη μέρα το θέαμα στη χαράδρα του Άγιου Σώστη ήταν κάτι παραπάνω από συγκλονιστικό... Εκατοντάδες οι λαβωμένοι που βογκούσαν αβοήθητοι ώσπου να βγει η ψυχή τους. Δεκάδες καμήλες και άλογα νεκρά. Παντού η φρίκη και ο θάνατος. Και τα λάφυρα αμέτρητα, θησαυροί ανεκτίμητοι που έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων.

Μιλήσαμε για την πανωλεθρία των Τούρκων. Τι μπορούμε όμως να πούμε για τη γενναιότητα των Ελλήνων; Δεν ήταν απλοί πολεμιστές. Ο κάθε Έλληνας είχε μεταμορφωθεί σε θεό του πολέμου.



Και πάνω απ’ όλους, ο γενναίος των γενναίων, ο Νικηταράς! Τέσσερα σπαθιά άλλαξε Κατά τη διάρκεια της μάχης γιατί από την πολλή χρήση έσπαζαν! Είχε πάρει τόσες και τόσες φορές μέρος σε φονικές μάχες αλλά αυτή τη φορά σάστισε από το μεγάλο φονικό. Και κάθε τόσο έλεγε στον εαυτό του:

«Κουράγιο Νικήτα, Τούρκους σφάζεις!»

Λένε ότι στο τέλος της μάχης είχε κολλήσει η λαβή του σπαθιού του στο χέρι του από το πολύ αίμα και χρειάστηκε να το πλύνουν με ζεστό νερό για να ξεκολλήσει.


Ο Αντώνης και ο Μάρκος Κολοκοτρώνης, ο Δημητρακόπουλος και οι Φλεσσαίοι, ο Παπαφλέσσας με τον αδελφό του το Νικήτα, οδήγησαν μαζί με το Νικηταρά τα παλικάρια τους στον απερίγραπτο αυτό θρίαμβο των Ελλήνων. Και πάνω απ’ όλους ο «Γέρος», ο ψύχραιμος, ο γεμάτος πίστη και δύναμη, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης! Ο πατέρας της νίκης, που για μια ακόμα φορά, σε στιγμές τρομερού κινδύνου, έσωσε την επανάσταση και την Ελλάδα.


Τις επόμενες ημέρες οι άνδρες του Δράμαλη έφθαναν κατά ομάδες στην Κόρινθο εξαντλημένοι από τις κακουχίες και την πείνα, χωρίς άλογα, χωρίς όπλα και κυρίως με καταρρακωμένο ηθικό.


Η πανωλεθρία στα Δερβενάκια κατέστησε την Πελοπόννησο στα μάτια των Τούρκων μια περιοχή γεμάτη από επικίνδυνα περάσματα, στα οποία ενέδρευαν χιλιάδες άγριοι πολεμιστές με υπερφυσικές δυνάμεις. Η τουρκική στρατιά έχασε καθ’ όλη τη διάρκεια της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, περίπου το ένα πέμπτο της αρχικής δύναμης, σχεδόν όλο το πολεμικό της υλικό και το μεγαλύτερο μέρος των υποζυγίων και των πολεμικών αλόγων. Οι απώλειες, αν και βαρύτατες, μπορούσαν να αναπληρωθούν με τις κατάλληλες ενέργειες του Χουρσίτ και των πασάδων της Στερεάς Ελλάδας. Τίποτα όμως δεν μπορούσε να αναπληρώσει το χαμένο θάρρος των Τούρκων στρατιωτών.


Η στρατιά έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται ως μάχιμη δύναμη, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι ο τρόμος είχε φωλιάσει στις καρδιές των ανδρών της.

Η μεγαλύτερη νίκη των Ελλήνων κατά την Επανάσταση οφείλεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Εκείνος, τις πρώτες ημέρες της γενικής σύγχυσης και του τρόμου από την εισβολή του Δράμαλη, οργάνωσε με κεραυνοβόλες ενέργειες στρατό και ενέπνευσε σε αυτόν την πεποίθηση γιο τη νίκη. Εκείνος διέβλεψε ότι ο εχθρός θα υποχωρούσε προς την Κόρινθο και δεν θα προήλαυνε προς την Τριπολιτσά και φυσικά εκπόνησε το σχέδιο της ενέδρας στα Δερβενάκια.


Αν οι υπόλοιποι αρχηγοί αντιλαμβάνονταν τη διορατικότητά του και έσπευδαν μαζί του στα Δερβενάκια, σήμερα ίσως θα μιλούσαμε για μια από τις πιο ολοκληρωτικές καταστροφές εκστρατευτικού σώματος στην στρατιωτική ιστορία.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ 1822

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ:

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: ο νικητής στο Βαλτέτσι, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, ο αγωνιστής που ύψωσε το ανάστημά του στους κατακτητές, εμψύχωσε τους Έλληνες και βοήθησε στην αναγέννηση του ελληνικού έθνους ύστερα από 400 χρόνια σκλαβιάς. Και μετά, κατηγορήθηκε ως προδότης. Ως συνένοχος συνωμοσίας με τους Ρώσους κατά του βασιλέα Όθωνα. Και γι' αυτόν τον λόγο καταδικάστηκε σε θάνατο. Μόνο δύο δικαστές, ο Πολυζώης και ο Τερτσέτης, δεν υπέγραψαν την καταδίκη του ήρωα της Επανάστασης. Μια προδοσία την οποία ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης δεν παραδέχθηκε ποτέ και μια υπόθεση που ως σήμερα παραμένει άλυτη.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1770 στο χωριό Λιμποβίτσι, στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας. Έχασε μικρός τον πατέρα του, Κωνσταντή, από τους Τούρκους και νωρίς στην εφηβεία του έμαθε από τη μάνα του ότι περίπου πενήντα του γένους των Κολοκοτρωναίων είχαν σφαγιασθεί από τους Τούρκους μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα χρόνων. Τότε έγινε κλέφτης στις πλαγιές του Μοριά. Όταν ο κλοιός των Τούρκων έσφιξε γύρω από τα κλέφτικα λημέρια ο Κολοκοτρώνης κατέφυγε στα Επτάνησα, τα οποία βρίσκονταν υπό την κατοχή της Ενετικής Δημοκρατίας, κρησφύγετο όχι μόνο για πολεμιστές αλλά και για διανοουμένους και μελλοντικούς πρωτοστάτες της Επανάστασης. Στη Ζάκυνθο οι Θεοτόκηδες, οι Κολοκοτρωναίοι και οι Μεταξάδες ονειρεύονταν τον αγώνα του ελληνικού έθνους. Αν και αγράμματος - λέγεται ότι η μοναδική επιστολή που έγραψε ποτέ ήταν στον Καραϊσκάκη, η οποία περιείχε 8-10 λέξεις - στη Ζάκυνθο ο Κολοκοτρώνης είχε την τύχη να παρακολουθήσει μαθήματα από τον Αντώνιο Μαρτελάο. Τα μαθήματα αυτά τον βοήθησαν να πλάσει τον δικό του χαρακτήρα και να αποκτήσει εθνική συνείδηση.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Επτάνησα ο Κολοκοτρώνης δεν έμεινε άπραγος. Το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απείλησε να καταλάβει τη Λευκάδα, την προστασία της ανέλαβε ο Ιωάννης Καποδίστριας με εντολή της Κυβερνήσεως του Ιονίου. Ο Κολοκοτρώνης καθώς και άλλοι οπλαρχηγοί κλήθηκαν να βοηθήσουν. Τρία χρόνια μετά, οι Άγγλοι ζήτησαν τη βοήθεια του Κολοκοτρώνη προκειμένου να τους οργανώσει και τον έχρισαν ταγματάρχη. Από τον τίτλο αυτόν προέρχεται και η φημισμένη περικεφαλαία του πολέμαρχου. Το σώμα Ελλήνων που οργάνωσε είχε στην επίσημη στολή του την περικεφαλαία που αργότερα έκανε τον Γέρο του Μοριά να ξεχωρίζει. Επάνω στις περικεφαλαίες χάραξε τη λέξη «είθε», με την οποία προέτρεπε τον εαυτό του να προετοιμάσει γρήγορα τον στρατό όχι για να βοηθήσει τους Άγγλους αλλά για να οδεύσει σύντομα προς την απελευθέρωση του Έθνους.
Στη Ζάκυνθο ορκίστηκε και αυτός στη Φιλική Εταιρεία, αποφασισμένος να εκπληρώσει τον μεγάλο του πόθο: να δει τα βουνά της Πελοποννήσου ελεύθερα. Ύστερα κατέβηκε στη Μάνη, δύο μήνες προτού κηρυχθεί η Επανάσταση. Στο Βαλτέτσι πολέμησε επί 23 ώρες και με τη μεγάλη αυτή νίκη έδωσε ελπίδα στους Έλληνες στα πρώτα βήματα της Επανάστασης. Ακολούθησε η πολιορκία των Τούρκων στην Τρίπολη και στην πορεία για την Πάτρα εμφανίστηκε ο Δράμαλης. Προτού φθάσουν οι Τούρκοι στο Ναύπλιο και πνίξουν την Επανάσταση, στα Δερβενάκια ο Κολοκοτρώνης τούς αποδεκάτισε, καταξιώνοντας πλέον τη θέση του στον αγώνα.
Μετά τα Δερβενάκια όμως οι πολιτικές αντιθέσεις που έπλητταν την Ελλάδα σκίασαν το πρόσωπό του. Σε μια εσωτερική διαμάχη ο Κολοκοτρώνης φυλακίζεται από την κυβέρνηση σε μοναστήρι της Ύδρας.
Ο Σουλτάνος ζητάει τη βοήθεια της Αιγύπτου προκειμένου να σταματήσει την Επανάσταση και ο Ιμπραΐμ, ο διάδοχος του αιγυπτιακού θρόνου, φθάνει στην Πελοπόννησο. Η Σφακτηρία και το Ναυαρίνο πέφτουν στα χέρια του εχθρού. Τότε καλείται και πάλι ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος χωρίς πολυάριθμο στρατό ξεκινάει και πάλι τον κλεφτοπόλεμο, που διαρκεί από το 1825 ως το 1828, όταν στην Ελλάδα φθάνει το στράτευμα του στρατηγού Μεζόν με εντολή του Καρόλου Ι´ της Γαλλίας για να διασώσει την Ελλάδα από τα αιγυπτιακά στρατεύματα.
Καθώς είχε υπάρξει θερμός υποστηρικτής του δολοφονημένου Ιωάννη Καποδίστρια, ο Κολοκοτρώνης κατηγορήθηκε για προδοσία εναντίον του ανήλικου ακόμη βασιλέα Όθωνα, ο οποίος κυβερνούσε τότε τη νεοσύστατη χώρα υπό την καθοδήγηση τριμελούς αντιβασιλείας, εγκατεστημένης από τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας τον Μάιο του 1831.
Το 1833 ο Κολοκοτρώνης μαζί με άλλους αγωνιστές φυλακίστηκε στο κάτεργο του Ιτς Καλέ, στην Ακροναυπλία, και το 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Ποινή εν τούτοις που δεν επιβλήθηκε ποτέ, εφόσον ο Όθωνας, με την ενηλικίωσή του το 1835, απελευθέρωσε τους δύο αγωνιστές.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε μια νύχτα του 1843 από αποπληξία, επιστρέφοντας από γλέντι στα βασιλικά ανάκτορα.

Δράμαλης (Μαχμούτ Πασάς) (1780-1822)
Ο Δράμαλης γεννήθηκε ως Μαχμούτ, περίπου το 1780, στη Δράμα, από όπου πήρε και το επώνυμό του. Ανατράφηκε στην Κωνσταντινούπολη, στα ανάκτορα του Σουλτάνου Σελίμ Γ', του οποίου ήταν όμηρος. Μεγαλώνοντας ακολούθησε διάφορους εξέχοντες τούρκους στρατιωτικούς στις εκστρατείες τους εναντίον των Βουλγάρων, των Σέρβων και των Αιγυπτίων, αποκτώντας με αυτόν τον τρόπο εξαιρετική στρατιωτική εκπαίδευση. Η διαρκώς αυξανόμενη φήμη των διοικητικών του ικανοτήτων, αλλά και η υποστήριξη της Σουλτάνας Βαλιδέ, του χάρισαν, μετά τον θάνατο του πατέρα του Σαλίχ, την τοπαρχία της Δράμας, με τον τίτλο του πασά. Αργότερα, το 1820, τοποθετήθηκε από τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β' στη Λάρισα, όπου και επέδειξε ιδιαίτερα σκληρή συμπεριφορά τόσο απέναντι στον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό όσο και προς τους αρματολούς του Ολύμπου και του Πηλίου.
Κατά τη διάρκεια της ρήξης του Αλή Πασά των Ιωαννίνων με τον Σουλτάνο τον Μάιο του 1820 έλαβε μέρος στην εκστρατεία εναντίον του αποστάτη πασά, πρώτα υπό την αρχιστρατηγία του Πασόμπεη και ύστερα του Χουρσίτ. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή από τα στρατεύματα του Σουλτάνου ξέσπασε και η Ελληνική Επανάσταση. Τότε ο Δράμαλης, για να εξασφαλίσει τα νώτα του, επεχείρησε αιφνιδιαστική εκστρατεία εναντίον των Αγράφων, αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν εκεί οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις, και ανάγκασε τους ντόπιους οπλαρχηγούς (Σταμούλη, Γάτσο κ.ά.) σε υποταγή, με αντίτιμο τις ζωές των αμάχων. Μετά την εκτέλεση του Αλή, ο Χουρσίτ έπεσε στη δυσμένεια του Σουλτάνου, ο οποίος ανέθεσε στον Δράμαλη την υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης, κρίνοντάς τον ως τον πλέον κατάλληλο.
Με τον τίτλο πια του σερασκέρη (αρχιστρατήγου) πήρε τη διαταγή να βαδίσει κατά της Πελοποννήσου. Αφού ετοίμασε ένα πολυάριθμο, για την εποχή, στράτευμα 24.000 πεζών και 6.000 ιππέων αναχώρησε από τη Λάρισα στα τέλη Ιουνίου του 1822. Για τη μεταφορά του απαραίτητου πολεμικού υλικού και των ζωοτροφών συνόδευαν τις δυνάμεις του 30.000 μουλάρια και 500 καμήλες. Είχε ακόμη μαζί του και έξι κανόνια.
Σχεδόν χωρίς αντίσταση έφθασε ως τη Βοιωτία, λεηλάτησε την πεδιάδα της Κωπαΐδας, έκαψε τη Θήβα και προχώρησε ως τον Ισθμό, σπέρνοντας παντού τον πανικό και την καταστροφή. Οι Έλληνες είχαν στείλει στα Γεράνεια στρατό υπό τις διαταγές του Ρήγα Παλαμήδη με σκοπό να υπερασπιστούν τα Μεγάλα Δερβένια. Με τη θέα όμως και μόνο του μεγέθους του τουρκικού στρατού οι ελληνικές δυνάμεις εγκατέλειψαν αμαχητί τις θέσεις τους θεωρώντας κάθε άμυνα ανώφελη.
Αμαχητί επίσης ο Δράμαλης κατέλαβε και τον Ακροκόρινθο, καθώς ο Ιάκωβος Θεοδωρίδης, υπεύθυνος για την άμυνα του φρουρίου, το εγκατέλειψε, αφού προηγουμένως δολοφόνησε τον αιχμάλωτό του Κιαμίλ Μπέη. Στην Κόρινθο ο Δράμαλης νυμφεύθηκε τη χήρα τού Κιαμίλ και προχώρησε προς το Άργος, χωρίς ωστόσο προηγουμένως να εξασφαλίσει τις διαβάσεις που δέσποζαν μεταξύ Κορίνθου και Άργους για την περίπτωση μιας πιθανής υποχώρησης.
Ο ήδη μεγάλος πανικός από την προέλαση του Δράμαλη αυξήθηκε στον μέγιστο βαθμό ύστερα από την αποχώρηση, με πλοία, της κυβέρνησης από την πρωτεύουσα. Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή έδειξαν ξεχωριστό θάρρος δύο από τους πρωταγωνιστές του Αγώνα: ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Υψηλάντης. Ο δεύτερος, κλεισμένος στο φρούριο του Άργους, πρόβαλε σθεναρή αντίσταση για δώδεκα ημέρες, καθυστερώντας έτσι την προέλαση των Τούρκων και δίνοντας παράλληλα τον χρόνο στον πρώτο να ξεσηκώσει και να εξοπλίσει τον πληθυσμό. Ο Κολοκοτρώνης απέδειξε τη στρατηγική του ευφυΐα εφαρμόζοντας ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό, δεδομένων των συνθηκών, σχέδιο: διέταξε το κάψιμο των σπαρτών της πεδιάδας του Άργους προκειμένου, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ξηρασία εκείνου του καλοκαιριού, να αναγκάσει τον Δράμαλη να υποχωρήσει. Στη συνέχεια, βέβαιος για την πορεία επιστροφής του εχθρικού στρατεύματος, έλαβε θέσεις γύρω από τα στενά των Δερβενακίων. Πράγματι, στερημένος από νερό και τροφές, ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο.
Κατά τη διάρκεια της διέλευσής του όμως από τα Δερβενάκια, στις 26 Ιουλίου 1822, υπέστη πραγματική πανωλεθρία, η οποία ολοκληρώθηκε στον Άγιο Σώστη και στο Αϊνόριο.
Συντετριμμένος και καταβεβλημένος ο Δράμαλης έφθασε με τα υπολείμματα της στρατιάς του στην Κόρινθο, όπου και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Η Μάχη
Τον Ιανουάριο του 1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βρισκόταν στη Μάνη, όπου προσπαθούσε να αμβλύνει τις τοπικές διαφωνίες, προκειμένου όλοι να προετοιμαστούν για τον επικείμενο πόλεμο, ο οποίος πλέον φάνταζε βέβαιος. Όπως σημειώνει στα απομνημονεύματά του, πέτυχε να συμφιλιώσει «διάφορα σπίτια μανιάτικα, χωρισμένα κατά τη συνήθειά τους», ώστε να κατορθώσει κάπως να οργανώσει τις άτακτες και απείθαρχες τοπικές ομάδες. Ως τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς η Μάνη «έβραζε», με έκδηλες πολεμικές διαθέσεις.
Στις 22 Μαρτίου οι Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο Κολοκοτρώνης μαζί με τον ανιψιό του Νικήτα Σταματελόπουλο - τον «Νικηταρά», ο οποίος αργότερα, στη μάχη των Δολιανών, θα ονομαζόταν και «Τουρκοφάγος» -, ο Παπαφλέσσας, ο Αναγνωσταράς και μόλις περισσότεροι από 2.000 άνδρες βάδισαν προς την Καλαμάτα. Την επομένη η πόλη παραδόθηκε. Στις 24 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας κυκλοφόρησαν την εξής προκήρυξη, στη Σκάλα Αρκαδίας: «Η ώρα έφτασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη, τα πάντα εδικά μας και ο Θεός του παντός μεθ' ημών έσεται. Μη πτοηθείτε εις το παραμικρόν. Σεις είσθε ατρόμητοι των προγόνων μας απόγονοι. Γενικώς οπλισθείτε με ανοικτά μπαϊράκια και τρέξατε εναντίον των εχθρών της πίστεως και της πατρίδος. Εντός ολίγων ημερών φθάνομεν και ημείς με 10.000 στρατεύματα».
Από την προκήρυξη και μόνο διαφαίνεται το ότι ο Κολοκοτρώνης, ήδη από τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, αποκτούσε κύρος και φήμη στρατιωτικού ηγέτη, γεγονός που από τη μία εμψύχωνε τους διστακτικούς Έλληνες αλλά από την άλλη βεβαίως προβλημάτιζε τους εφησυχασμένους κοτζαμπάσηδες. Η φήμη αυτή του Κολοκοτρώνη καθώς και οι επιτυχίες του στις αψιμαχίες των πρώτων ημερών στάθηκαν σωτήριο αντίβαρο για την απειρία των Ελλήνων σε πολεμικές συγκρούσεις εναντίον οργανωμένων στρατευμάτων.
Ο Γέρος του Μοριά στα Δερβενάκια, με τα παλικάρια του
Σχεδόν από την πρώτη στιγμή των εχθροπραξιών οι Τούρκοι είχαν οχυρωθεί στα κάστρα των παραλίων της Πελοποννήσου και στην Τριπολιτσά. Μόνος ανάμεσα στους έλληνες οπλαρχηγούς, ο Κολοκοτρώνης υποστήριζε το σχέδιο πολιορκίας της Τριπολιτσάς, το οποίο δικαίως ταύτιζε με την εδραίωση της επανάστασης. Τελικά, στο πολεμικό συμβούλιο που έλαβε χώρα στο χωριό Πάπαρι, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν να διορίσουν αρχιστράτηγο τον Πέτρο Μαυρομιχάλη και να ακολουθήσουν το πολεμικό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη ήταν, όπως αναφέρει ο Μέντελσον Μπαρτόλντι στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, «να σχηματισθή ευρύ πολιορκητικόν ημικύκλιον περί την Τρίπολιν, να κυκλωθή δε η πόλις και από των περιβαλλόντων το οροπέδιον βουνών• είτα να συσφιγχθή ολονέν στενότερον η ολεθρία ζώνη περί την πόλιν, μέχρις ου καταστή αναπόφευκτος η καταστροφή».
Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης παρέταξε τους άνδρες του νοτιοδυτικά της πόλης, κοντά στο Βαλτέτσι, πάνω στο όρος Μαίναλο. Κατόρθωσε δε επανειλημμένως να εμψυχώσει τους πολιορκητές, ιδιαίτερα μετά τη δυσκολία που προκάλεσε η απόσπαση του Μουσταφά Πασά από την Ήπειρο και η κάθοδός του στην Πελοπόννησο. Ο Μουσταφά κατευθύνθηκε αρχικά προς την Πάτρα, την άφησε όμως γρήγορα πίσω του, αφού ο Πασάς της Εύβοιας, Γιουσούφ, είχε ήδη τρέψει σε φυγή τους Έλληνες που τους διοικούσαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και είχε παραδώσει την πόλη στη λεηλασία των στρατιωτών του. Ο Μουσταφά Πασάς προχώρησε κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου, πυρπόλησε το Αίγιο, κατατρόπωσε το πολιορκητικό σώμα που βρισκόταν μπροστά στον Ακροκόρινθο υπό τις διαταγές του Παπαφλέσσα, και μέσω των Δερβενακίων πέρασε προς το Άργος, έλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου και εισήλθε στην Τριπολιτσά. Οπως ήταν λογικό, η άφιξη του Μουσταφά καταρράκωσε το ηθικό των πολιορκητών, γεγονός που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί ο Μουσταφά επιχειρώντας αμέσως έξοδο από την Τριπολιτσά προς το Βαλτέτσι.
Η ενέδρα των Ελλήνων στα στενά ορεινά περάσματα των Δερβενακίων
Εκεί όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και περίπου 2.500 άνδρες: 1.000 που βρίσκονταν ήδη στο Βαλτέτσι, 700 που ακολούθησαν τον Κολοκοτρώνη από το αρχηγείο του στο Χρυσοβίτσι και περίπου 800 που διοικούσε ο Πλαπούτας. Άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των τουρκικών στρατευμάτων στις 5.000 και άλλες στις 13.000. Η μάχη του Βαλτετσίου έληξε με τη συντριβή των τουρκικών δυνάμεων στις 13 Μαΐου. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης αναφέρει: «Εκείνος ο πόλεμος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος• αν εχαλιώμεθα εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον... Δώδεκα-δεκατρείς Μαΐου ήταν. Είκοσι τρεις ώρες εβάσταξε ο πόλεμος». Η νίκη των ελλήνων επαναστατών στο Βαλτέτσι ήταν πολύ σημαντική για το ηθικό τους και ανάγκασε τους Τούρκους που είχαν απομείνει στην Τριπολιτσά να περιοριστούν στην άμυνα, ιδιαίτερα καθ' ότι δύο περαιτέρω απόπειρές τους, στα Βέρβενα και στα Δολιανά, απέβησαν επίσης μάταιες.
Η Τριπολιτσά τελικά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, ύστερα από έξι μήνες πολιορκία. Η διχόνοια όμως που ταλάνιζε τις τάξεις των Ελλήνων, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο στις αρχές Ιουνίου, δεν έμοιαζε να υποχωρεί, όπως μαρτυρούν τα λόγια που φέρεται να είπε ο αιχμάλωτος Κιαμίλ Μπέης, μετά την παράδοση των Τούρκων: «Η Τουρκία, καθώς βλέπω, δεν θα μπορέσει να σας υποτάξει όπως πρώτα, αν είστε ενωμένοι και έχετε ένα κεφάλι. Αλλά μη νομίσετε ότι ενικήσατε την Τουρκία, διότι εκυριεύσατε την Τριπολιτσά. Ολόκληρη η Τουρκία δεν κόβεται, και κοιμισμένη ακόμα, μήτε σε πενήντα χρόνια».
Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς, καθώς και των φρουρίων της Μονεμβασιάς και του Νεοκάστρου, ο Κολοκοτρώνης πρότεινε στο πολεμικό συμβούλιο την άμεση πολιορκία της Πάτρας. Οι πρόκριτοι της Αχαΐας όμως, πρωτοστατούντων του Ανδρέα Ζαΐμη και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, συνειδητοποίησαν ότι ο Κολοκοτρώνης αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη δύναμη και διεμήνυσαν στον Δημήτριο Υψηλάντη ότι δεν επιθυμούσαν τη βοήθεια του Κολοκοτρώνη αλλά μπορούσαν μόνοι τους να απαλλαγούν από τους Τούρκους της Πάτρας. Επειτα από πολλές αμφιταλαντεύσεις και διαφωνίες ανετέθη τελικά στον Κολοκοτρώνη η πολιορκία της Πάτρας, δίχως όμως ουσιαστική βοήθεια. Ο Κολοκοτρώνης, με μόλις 600 άνδρες και πικραμένος από τις συνωμοσίες που γνώριζε ότι υπήρχαν, παραιτήθηκε από την πολιορκία στις 23 Ιουνίου 1922. Τότε ήταν όμως που φάνηκε ο πραγματικά μεγάλος κίνδυνος για τη νεαρή επανάσταση των Ελλήνων.
Η στρατιά του Πασά της Δράμας Μαχμούτ, του επονομαζόμενου Δράμαλη, συγκεντρώθηκε και προετοιμάστηκε στην Ηπειρο, μετά την ήττα του εξεγερμένου Αλή Πασά. Ο νικητής Χουρσίτ Πασάς, που είχε καταπνίξει την εξέγερση, είχε πέσει στη δυσμένεια του Σουλτάνου και έτσι σερασκέρης (δηλαδή αρχιστράτηγος) ανακηρύχθηκε ο Δράμαλης. Ο Μέντελσον Μπαρτόλντι και πάλι περιγράφει το πλήθος της στρατιάς: «Είκοσι τέσσαρες χιλιάδες πεζοί, εξακισχίλιοι ιππείς και ισχυρόν πυροβολικόν απετέλουν αυτήν• από του έτους δε 1715, ότε ο Αλή Κουμουρτζής διέβη τον Σπερχειόν, απερχόμενος όπως ανακτήση Μωρέαν από τους Ενετούς, ουδέποτε είχεν ίδει η Ελλάς τοιαύτην στρατιωτικήν πομπήν...».
Χωρίς αντίσταση η στρατιά του Δράμαλη έφτασε στη Βοιωτία, λεηλάτησε την πεδιάδα της Κωπαΐδας, έκαψε τη Θήβα και επέβαλε φρικτά αντίποινα στην Αττική. Καθώς ο Δράμαλης προήλαυνε προς τον Ισθμό, αντιλήφθηκε ότι οι Ελληνες είχαν εγκαταλείψει αμαχητί τα στενά των Γερανείων και φαίνεται ότι η αλαζονεία του, η οποία ήδη ήταν μεγάλη λόγω του διορισμού του, εντάθηκε ακόμη πιο πολύ. Οταν μάλιστα βρήκε εγκαταλειμμένο και το φρούριο του Ακροκόρινθου, πίστεψε, καθώς φαίνεται, πως κάθε αντίσταση είχε εκλείψει και ότι ο ίδιος ήταν πλέον ο αδιαμφισβήτητος νικητής της Πελοποννήσου και ο καταστολέας της επανάστασης των Ελλήνων.
Στην Κόρινθο ο Δράμαλης συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, κατά το οποίο πολλοί αξιωματούχοι με επικεφαλής τον Γιουσούφ Πασά συμβούλευσαν τον Δράμαλη να χρησιμοποιήσει την Κόρινθο ως βάση και ορμητήριο και να χτίσει εκεί αποθήκες για πολεμοφόδια. Με τη βοήθεια μάλιστα του τουρκικού στόλου στον Κορινθιακό και στον Σαρωνικό κόλπο, η Πελοπόννησος θα αποκλειόταν εντελώς, αφήνοντας εκτεθειμένους τους επαναστάτες της Στερεάς. Τότε, με την Κόρινθο ως ασφαλή έδρα, ο Δράμαλης θα μπορούσε να αποστείλει εκστρατευτικά σώματα για να καταλάβουν την Τριπολιτσά και, εν τέλει, τη Μάνη.
Ο Δράμαλης όμως, καθώς είχε φτάσει ως την Κόρινθο δίχως αντίσταση, ήταν πια πεπεισμένος για την πολεμική ανικανότητα των αντιπάλων του. Μολονότι λοιπόν ελάχιστα γνώριζε τη μορφολογία της Πελοποννήσου, δεν άκουσε τη συμβουλή των αξιωματούχων του και διέταξε σχεδόν αμέσως να προελάσει σύσσωμη η στρατιά προς το Ναύπλιο, να ανεφοδιαστεί εκεί από τον τουρκικό στόλο και τότε να επιτεθεί στην Τριπολιτσά.
Ο συντομότερος δρόμος για το Ναύπλιο ήταν μέσω των στενών περασμάτων των Δερβενακίων. Οι Έλληνες ωστόσο δεν προέβλεψαν να υπερασπιστούν τα περάσματα, τυφλωμένοι καθώς ήταν από τον όγκο της εκστρατείας του Δράμαλη. Έτσι ο τούρκος αρχιστράτηγος πέρασε τα στενά χωρίς μάχη και έφτασε στο Άργος. Τόσο ικανοποιημένος ήταν μάλιστα από την πορεία του ως εκείνο το σημείο, ώστε εγκατέλειψε τα Δερβενάκια και τα χωριά που δέσποζαν στις πλαγιές τους δίχως φρουρά, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένη τη γραμμή υποχώρησής του. Η εμπροσθοφυλακή της τουρκικής στρατιάς, υπό τον Πασά του Άργους, έφτασε στο Ναύπλιο, το οποίο ήδη διαπραγματευόταν την παράδοσή του στους Έλληνες, και αποπειράθηκε να το ανεφοδιάσει, λίγα όμως μπορούσε να κάνει, καθώς το κύριο σώμα της στρατιάς είχε ήδη αρχίσει να μην έχει αρκετά εφόδια: ο Δράμαλης είχε υπερτιμήσει την πειθαρχία του τουρκικού στόλου, ο οποίος αγνόησε τις διαταγές και αντί να καταπλεύσει στο Ναύπλιο περιέπλευσε τον Αργολικό κόλπο και κατευθύνθηκε προς την Πάτρα. Η στρατιά του Δράμαλη βρέθηκε στρατοπεδευμένη κοντά στο Άργος, περικυκλωμένη από βουνά, με τα εφόδια να λιγοστεύουν. Φαίνεται μάλιστα ότι εκείνο το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, ώστε είχαν καταστραφεί τα σιτηρά και πολύ σύντομα τα άλογα του τουρκικού ιππικού δεν έβρισκαν ούτε τροφή ούτε νερό.
Εν τω μεταξύ ο Υψηλάντης και περίπου 700 άνδρες έσπευσαν να ενισχύσουν το οχυρό φρούριο του Άργους, Λάρισα, το οποίο ως τότε υπερασπιζόταν με λίγους άνδρες ο μανιάτης οπλαρχηγός Καραγιάννης. Ήταν προφανές ότι με την αύξηση των υπερασπιστών τα εφόδια θα τελείωναν γρηγορότερα και συνεπώς η Λάρισα θα υποτασσόταν στον Δράμαλη. Ο Δράμαλης από την άλλη γνώριζε ότι δεν ήταν δυνατόν να στραφεί προς την Τριπολιτσά δίχως να καταλάβει τη Λάρισα και έτσι οι Έλληνες πέτυχαν τον στόχο τους, δηλαδή να κρατήσουν την τουρκική στρατιά κοντά στο Άργος.
Όσο ο τουρκικός στρατός πολιορκούσε τη Λάρισα του Άργους ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αγωνιζόταν να συγκεντρώσει αρκετούς άνδρες. Πολλοί έχουν επιτημήσει τον Γέρο του Μοριά για τις μεθόδους που χρησιμοποίησε σε αυτή του την προσπάθεια, οι οποίες φαίνεται ότι ήταν πράγματι σκληρές αλλά απαραίτητες. Στα τέλη Ιουλίου ξεκίνησε ο Κολοκοτρώνης από την Τριπολιτσά διακηρύσσοντας ότι όποιος ικανός να φέρει όπλα βρισκόταν στην πόλη ύστερα από δύο ώρες θα τουφεκιζόταν αμέσως. Ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε τα στενά περάσματα που οδηγούν προς την Κόρινθο, οι δε έγκλειστοι στη Λάρισα κατόρθωσαν, λίγες ημέρες αργότερα, να εγκαταλείψουν το φρούριο, καθ' ότι ο σκοπός τους είχε επιτευχθεί. Η κύρια δύναμη των Ελλήνων είχε καταφύγει στους Μύλους, στα δυτικά της πόλης του Άργους.
Χάνοντας σιγά σιγά τις ελπίδες του ότι ο στόλος θα καταφθάσει στο Ναύπλιο, ο Δράμαλης άρχισε να συνειδητοποιεί πως η μόνη λύση στην έλλειψη εφοδίων ήταν η υποχώρηση και αυτήν προσπάθησε να οργανώσει με πανουργία. Έστειλε λοιπόν τον χριστιανό γραμματέα του στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να τους προσφέρει αμνηστία. Όπως το περίμενε, οι Έλληνες αρνήθηκαν και τότε ο γραμματέας τούς συμβούλευσε τάχα φιλικά ότι έπρεπε να σπεύσουν να φυλάξουν τα περάσματα προς την Τριπολιτσά, διότι η στρατιά του Δράμαλη ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη όμως προέβλεψε για ακόμη μία φορά την αδυναμία του αντιπάλου του• ήταν προφανές ότι δίχως εφόδια η τουρκική στρατιά δεν θα μπορούσε να πορευθεί προς την Τριπολιτσά και ότι επρόκειτο απλώς για αντιπερισπασμό. Ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να επιβάλει τη γνώμη του στο πολεμικό συμβούλιο, ότι δηλαδή το σημαντικό ήταν να εμποδιστεί η υποχώρηση του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Καθώς όμως για άλλη μια φορά το συμβούλιο ήταν δύσπιστο απέναντι στις παραινέσεις του, ο Κολοκοτρώνης άφησε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού στους Μύλους και με ένα μικρό σώμα εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος, το οποίο δεσπόζει στα στενά των Δερβενακίων. «Πηγαίνει να ξαναγίνει κλέφτης στα βουνά και να πιάση τα κορφοβούνια και τους Αηλιάδες...» λέγεται ότι είπε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με περιφρόνηση.
Στις 26 Ιουλίου από το στρατόπεδο του Δράμαλη ακούστηκαν οι πυροβολισμοί που ανήγγειλαν την εκκίνηση της μεγάλης στρατιάς. Λέγεται ότι τότε ο Κολοκοτρώνης μίλησε στους Έλληνες, διηγούμενος ότι στο όνειρό του η ίδια η θεά Τύχη τον είχε βεβαιώσει για τη νίκη. Τόσο σίγουρος ήταν μάλιστα, ώστε λέγεται ότι είπε: «Έχω τόσην βεβαιότητα να σας ειπώ να μην πάρετε ούτε τα άρματά σας, για να πάρωμε των Τούρκων. Σήμερα ο καθένας από εμάς θα καταδιώκη πολλούς...». Για να κρύψει μάλιστα τον μικρό αριθμό των συμπολεμιστών του - υπολογίζονται σε περίπου 2.300 άνδρες - ο έλληνας οπλαρχηγός κατέφυγε σε ένα «κλέφτικο» τέχνασμα: Αφού παρέταξε σχεδόν όλους τους άνδρες του στην πλαγιά όπου βρισκόταν το χωριό Άγιος Σώστης, ο ίδιος, μαζί με τους ηλικιωμένους και τους άμαχους, πήγε απέναντι στον Άγιο Γεώργιο και, αφού μάζεψε ολόγυρα όσο περισσότερα ζώα μπορούσε για να κάνουν φασαρία, κρέμασε κάπες, φέσια και σημαίες από διάφορα ξύλα, ώστε από μακριά να φαίνεται ότι εκεί ενέδρευε ανυπόμονος στρατός.
Το πρώτο τμήμα της τουρκικής στρατιάς, η εμπροσθοφυλακή των Αλβανών, πέρασε τα στενά δίπλα από τον «πλαστό» στρατό του Κολοκοτρώνη, δίχως σημαντικές απώλειες. Το δεύτερο όμως κατατροπώθηκε. «Από εκάστου λόφου», κατά τον Μπαρτόλντι, «ανεπήδων ένοπλοι Ελληνες και καπνός πυρίτιδος κατεκάλυψε όλας τας κλιτύς του όρους. Οι Τούρκοι ιππείς, υποχωρήσαντες τάχιστα, προσεπάθησαν να αναβώσι την δεξιάν όχθην του χειμάρρου, αφ' ης ανελίσσεται η ανωφέρεια του Αγίου Σώστη. Οι πεζοί παρηκολούθουν όπως ηδύναντο, τα όπλα δε και αι αποσκευαί και παν ό,τι παρεκώλυε την πορείαν απερρίφθησαν. Αλλ' οι Ελληνες έσπευδον διώκοντες τους φεύγοντες και το λαμπρόν όνειρον του Κολοκοτρώνη ήρχιζε να πραγματοποιήται».
Η στρατιά του Δράμαλη τρέπεται σε φυγή καταδιωκόμενη από τους Έλληνες
Και θα είχε πράγματι πραγματοποιηθεί το όνειρο, αν οι οπλαρχηγοί που είχε καλέσει ο Κολοκοτρώνης είχαν καταφθάσει εγκαίρως. Ο μόνος που απάντησε στο κάλεσμα ήταν ο Νικηταράς ο «Τουρκοφάγος», με τους άνδρες του οποίου όμως είχαν ενωθεί και αυτοί του Παπαφλέσσα και του Υψηλάντη. Ο Νικηταράς έσπευσε να ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων προς την Κόρινθο και έτσι στη χαράδρα μπροστά στον Άγιο Σώστη οι Τούρκοι άφησαν περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Η δε μεγάλη τουρκική στρατιά διασπάστηκε και ένα μέρος της κατέφυγε στην Κόρινθο, ενώ το άλλο γύρισε πίσω στο Άργος, όπου ο Δράμαλης παρέμεινε άπραγος για μία ημέρα, προσπαθώντας να συνέλθει από την πανωλεθρία.
Ήταν όμως αδύνατον να παραμείνει άλλο η τουρκική στρατιά στο Άργος, δίχως εφόδια. Μη θέλοντας ασφαλώς να δοκιμάσει την τύχη του από το ίδιο πέρασμα, ο τούρκος αρχιστράτηγος επέλεξε το πέρασμα του Αϊνορίου, ανατολικότερα από το σημείο όπου είχε ηττηθεί το πρώτο τμήμα της στρατιάς του. Το ελληνικό πολεμικό συμβούλιο, υπό την καθοδήγηση του Κολοκοτρώνη, είχε βεβαίως εκπονήσει σχέδιο για αυτή την περίπτωση, το οποίο όμως δεν εκτελέστηκε σωστά. Το σχέδιο ήθελε τους Έλληνες που ως τότε είχαν στρατοπεδεύσει στους Μύλους να χτυπήσουν τα νώτα του Δράμαλη, μόλις αυτός άφηνε πίσω του το Άργος. Αντ' αυτού, τους Έλληνες προσήλκυσαν τα λάφυρα του εγκαταλειμμένου τουρκικού στρατοπέδου και άφησαν τα νώτα του Δράμαλη ανενόχλητα.
Ο Νικηταράς και ο Υψηλάντης βέβαια επιτέθηκαν στους Τούρκους από τον Άγιο Σώστη, ο δε Παπαφλέσσας από το Αϊνόρι, οι τούρκοι ιππείς όμως κατόρθωσαν να ανοίξουν δρόμο, καθώς δεν τους κατεδίωκε κανένας. Τα σώματα που έστειλε ο Κολοκοτρώνης, υπό τη διοίκηση του γιου του, Γενναίου Κολοκοτρώνη, και του Πλαπούτα, έφτασαν πολύ αργά, ώστε μεγάλο μέρος της τουρκικής στρατιάς διέφυγε, αφήνοντας πίσω μόλις 1.000 νεκρούς. Ηττημένος και καταδιωκόμενος ο μεγάλος σερασκέρης έφτασε στην Κόρινθο.
Ο Κολοκοτρώνης διέταξε να φυλαχθούν όλα τα περάσματα προς τη Δυτική Πελοπόννησο ή προς τη Στερεά τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον ανεφοδιασμό της Κορίνθου. Υστερα από λίγο ό,τι είχε απομείνει από τη λαμπρή τουρκική στρατιά άρχισε να υποκύπτει στην πείνα και στις αρρώστιες που επέφερε η στέρηση. Και ο ίδιος ο τρομερός Δράμαλης, ο «κατακτητής της Πελοποννήσου», πέθανε στην Κόρινθο, εξουθενωμένος.

Νικήτας Σταματελόπουλος,
ο επονομαζόμενος «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος» (1787-1849)
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ήταν ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς της επανάστασης του 1821. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818, στην Καλαμάτα, και αμέσως επιδόθηκε στη μύηση νέων φιλικών. Η ευκαιρία να αποδείξει την ταγή του στον αγώνα τού δόθηκε λίγες ημέρες μετά τη μάχη του Βαλτετσίου, στα Δολιανά. Στις 18 Μαΐου 1821, επικεφαλής μόλις 200 ανδρών, απέκρουσε την επίθεση 6.000 Τούρκων. Οι νεκροί Τούρκοι έφτασαν τους 300, ενώ το στράτευμά τους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα πυροβόλα και να τραπεί σε φυγή. Η νίκη στα Δολιανά ήταν καθοριστική για την επιτυχία της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και χάρισε στον Νικήτα την προσωνυμία «Τουρκοφάγος».

του ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΖΕΝΑΚΟΥ

Π Λ Η Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Ε Σ

Πως θα φτάσετε.
Από τον Ισθμό παίρνοντας τον δρόμο δυτικά, παλαιά εθνική προς Άργος -Ναύπλιο φτάνετε μετά από 30 λεπτά στα Δερβενάκια (σταθμός ΟΣΕ ), στρίβεται αριστερά στην ρεματιά και ανεβαίνοντας σε 3-4 λεπτά φτάνουμε στην ιστορική περιοχή όπου δεσπόζει το μνημείο του Θ. Κολοκοτρώνη . Από το σταθμό του ΟΣΕ ο δρόμος δεξιά οδηγεί στην Νεμέα που είναι περιοχή παραγωγική φημισμένη για τα ωραία κρασιά της. Η προσέγγιση είναι το ίδιο εύκολη και από τον αυτοκινητόδρομο Κορίνθου— Τριπόλεως (δεύτερη έξοδος μετά τα διόδια Σπαθοβουνίου).

Ανεβαίνοντας σήμερα ο επισκέπτης στα στενά των Δερβενακίων αντικρίζει μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο το ιστορικό εκκλησάκι του Αι—Σώστη. Το παλιό ναίδιο ήταν κτίσμα του 1700 μ.Χ.
Εκεί το 1822 κατά την παραδοση ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης προσευχήθηκε πριν και μετά την ιστορική μάχη με τον Δράμαλη. Μάλιστα η παράδοση αναφέρει πως όταν ο γέρος του Μοριά νίκησε την στρατιά του Δράμαλη και έτρεψε αυτή σε άτακτη φυγή γράφοντας νέες σελίδες δόξας για την πατρίδα μας, και σώζοντας την επανάσταση που βρίσκονταν σε κρίσιμο σημείο, μπήκε στον ναό και είπε “μπρέ Αϊ Σώστη εσύ ήσουν που μας έσωσες».
Εκεί είναι θαμμένο και το κεφάλι και του ιερομόναχου Αρσένιου Κρέστα ή παπά –Αρσένη μαζί με κεφάλια πολλών ακόμα αγωνιστών.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 2




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 1









Α Ρ Χ Ι Κ Η



Καλώς ήρθατε στο δυκτιακό τόπο του ιστορικού για την μάχη και την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη Αγ. Σώζοντος (Αϊ - Σώστη) στα Δερβενάκια Κορινθίας.

Στις σελίδες μας θα βρείτε φωτογραφίες της περιοχής, ιστορικά στοιχεία, πληροφορίες για την ιστορική μάχη της 26 –7—1822 και την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη και πολλά άλλα.

Ακόμη δείτε το ιστορικό εκκλησάκι όπου ο γέρος του Μωριά προσευχήθηκε πριν την μεγάλη μάχη